Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Φαύστα του Μποστ στο Θέατρο Στοά - Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» στο Μικρό Παλλάς


Καθ' οδόν προς τη μισοξεχασμένη «Φαύστα» στον τόπο της πρώτης πανηγυρικής παρουσίασής της πριν από 25 χρόνια, τη Στοά του Ζωγράφου, με τον υπέροχο Κωνσταντίνο Τζούμα στο ρόλο της ταλαίπωρης κοπελίτσας που την τρώνε διαδοχικά ένα ψάρι και οι γάτες, αναρωτιέται κανείς τι κοινό μπορεί να 'χει ο θεατής του βαρύσκιωτου 2011 με την αφέλεια και την ανεμελιά των χρόνων εκείνων.

Αμα τη εισόδω, το ίδιο το θέατρο, εορτάζον φέτος τα 40 χρόνια από την ίδρυσή του, αποπνέει μια συγκινητική αίσθηση ασφάλειας, απόρροια της απαζάρευτης ποιοτικής συνέπειάς του στην αναψηλάφηση της μεταπολιτευτικής μας φυσιογνωμίας, όμως μαζί και έναν αέρα κούρασης από την ταχύτητα των τεράστιων αλλαγών στην ελληνική κοινωνία, με τις οποίες το προσφιλές αυτό θεατρικό λημέρι δεν θέλει ή δεν μπορεί να συντονιστεί. Τι σχέση έχει η καλή παραδοσιακή Στοά με τα μεταδραματικά κουρέλια λόγου και τις αφαιρετικές περφόρμανς που απευθύνονται στην ιδεολογική και αισθητική ρευστότητα της διαδικτυακής νέας φυλής των Ελλήνων...
Και ιδού. Τη θλίψη για το χρόνο που μας προσπερνά και το βάρος της νεοφιλελεύθερης δίνης εξαφανίζουν ως διά μαγείας οι πρώτες κιόλας ατάκες από τα χείλη της ανεπανάληπτης Λήδας Πρωτοψάλτη: «Ακούω ήχον κώδωνος. Κι αν είναι δολοφόνος, είμαι ανυπεράσπιστος εν μέσω του σαλώνος...». Περούκα - λοφίο, ταγιεράκι μπελ-επόκ και αυτοπεποίθηση κυράτσας σε μελοδραματικές πόζες βωβού κινηματογράφου, μέσα στο άψογο μικροαστικό σαλονάκι της με τις δαντελίτσες και τα πορτρέτα προγόνων, η Φαύστα της είναι η σπαρταριστή προσωποποίηση μιας παραδοξότητας που ανασαίνει στη στρέβλωση με αυτονόητη φυσικότητα και αυστηρή αίσθηση μέτρου.
Το ίδιο ισχύει για τον συμβίο της, έναν Θανάση Παπαγεωργίου που καταφθάνει με βατραχοπέδιλα και σαν απόπληκτος Καρλ Βάλεντιν ανακοινώνει το χαμό της κόρης τους. «Γυναίκα κατεστράφημεν. Πάγει το κοριτσάκι, το ευγενής, το απωλεσθείς Ριτσάκι». Την ομήγυρη των συμπαθέστατων ζόμπι που μιλούν ταυτόχρονα, κάνουν σαρδάμ, τραγουδούν και κοπανιούνται αμειδίαστοι σε ελαφρώς στιλιζαρισμένη χορογραφία, συμπληρώνουν η υπεροπτική υπηρέτρια της Νίκης Χαντζίδου, ο υπόλοιπος θίασος αυτής της γκροτέσκας οπερέτας (Εύα Καμινάρη, Παναγιώτης Μέντης, Βάσω Ορκοπούλου) και το έξοχο Ριτσάκι της πολυτάλαντης νεαρής Κοραλίας Τσόγκα, που μετά από δώδεκα μήνες στην κοιλιά του κήτους «πίνοντας αλμυρό νερό και τρώγοντας λιθρίνους» έχει ξεμάθει να μιλά και χλιμιντρίζει χαρούμενη μέχρι να καταλήξει σε νέες περιπέτειες.


«Την Ρίτσαν που αφήσαμε πριν φύγουμε κεφάτη, κείται σωρός εις κόκαλα, την έφαγον οι γάτοι», διαπιστώνει ο δυστυχής πατέρας, προτρέποντας την υπηρέτρια: «πιάσε τον σκελετό σιγά, τράβα τον απ' τις πλάτες και βγάλτονε προσεχτικά, και ρίχτονε στις γάτες». Η ιστορία, παρά τη μακαβριότητά της, δεν ξεπερνά το παραμύθι για παιδιά του Δημοτικού, πλην όμως πρωταγωνιστής είναι μια έξω φρενών δεκαπεντασύλλαβη καθαρεύουσα, ενδεικτική της ξιπασιάς και της ξενομανίας μας, γεμάτη λάθη και ιδεοληψίες με την αιτιατική («που έχεις τα ιχθύας;») και με μια ομοιοκαταληξία στην οποία θυσιάζεται κάθε έννοια γραμματικής και συντακτικής ορθότητας.


Με επικοινωνιακή ευφυΐα, στιλ και πειθώ παρασταίνεται ο απόλυτος σουρεαλισμός ενός ύπουλα αγαθού γελοιογράφου, που παρά τα χρόνια διατηρεί μια απρόσμενη φρεσκάδα. Το κλίμα εγκάρδιας συνεννόησης σκηνής και πλατείας και η ψυχική ανάταση από αυτή την άψογη βραδιά μάς ακολουθούν για ώρα μετά. Ισως μέσα στο κενό της συλλογικής μας συνεκτικότητας υπάρχει ακόμα ρόλος για θέατρα όπως η Στοά. Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαγεωργίου, σκηνικά-κοστούμια: Μποστ, μουσική: Βασίλης Δημητρίου.
Μανία γένους θηλυκού
Από την ελληνική βλαχογκλαμουριά μεταφερόμαστε στην κιτσάτη λαϊκή Ισπανία των '80ς των αλμοδοβαρικών «Γυναικών», μεταποιημένων σε αμερικανικό μιούζικαλ, διασκευασμένο από τον Γιάννη Κακλέα (απόδοση Θοδωρής Πετρόπουλος) σε βουλεβάρτο ανατροπών και παρεξηγήσεων, χωρίς πολλά τραγούδια.
Λίγο το κοινό μεσογειακό ταμπεραμέντο, λίγο η επιθετική σκηνοθεσία του Κακλέα και οι ενθουσιώδεις ερμηνείες, η παράσταση ξεφεύγει από τα συμβατικά όρια της εμπορικής κωμωδίας, καλπάζοντας με νεύρο και ρυθμό προς ένα ποπ θέατρο του παραλόγου σε παρακμιακή πολυχρωμία, φρενήρη κινητικότητα πάνω σε 15ποντα, με φόντο παθιάρικα ισπανικά ρετρό. Παρά τη ροπή κάποιων συντελεστών στην επιθεώρηση, διατηρείται το στεγνό σλάπστικ προφίλ της βραδιάς, έστω χωρίς το συναισθηματικό βάθος της αλμοδοβαρικής σάτιρας.
Για το λάτρη των γυναικών γκέι σκηνοθέτη το ζήτημα είναι η μάτσο κουλτούρα. Η ιστορία του εστιάζει σε κάμποσες εγκαταλειμμένες μαζοχίστριες που ψυχορραγούν στα πόδια ενός ερωτόληπτου Λατίνου γόη.
Ο Ιβάν (Αντώνης Φραγκάκης) εγκαταλείπει την Πέπα (Σμαράγδα Καρύδη η ρομαντική ψυχή της σαλταρισμένης παρέας) για μια νεότερη (Ντορέττα Παπαδημητρίου), αφού για την Πέπα είχε εγκαταλείψει τη γυναίκα του, μια αμφιβόλου ισορροπίας κυρία, με τρελά καπέλα, πορτοκαλί περούκες και παρδαλά συνολάκια Κουρέζ, που δώδεκα χρόνια κυνηγά ξεκαρδισμένη το φυγάδα (εξαιρετική η Αριέττα Μουτούση). Το μοτίβο ανακυκλώνεται με την κολλητή της Πέπας Καντέλα (Βίκυ Σταυροπούλου ως πιν-απ περσόνα), που καρδιοχτυπά για τον τρομοκράτη εραστή της (Κωνσταντίνος Κακούρης) και την πέφτει στον ντροπαλό γιο του Ιβάν (Κίμων Φιορέτος), αρραβωνιασμένο με μια νευρωτική νεαρή (Μαρία Κωνσταντάκη) που τους ταβλιάζει όλους με μια γκασπάτσο τίγκα στο βάλιουμ.
Στριμώχνω τα βασικά σε μια παράγραφο, μήπως μεταφέρω κάτι από την υστερική γοητεία της ταινίας, εδώ σε τεστ αντοχής μέσα στο ελάχιστο σκηνικό του Μικρού Παλλάς που καταφέρνει να χωρέσει δρόμους, ταξί, κουζίνες και μπαλκόνια για επίδοξους αυτόχειρες (σκηνικά Μανώλης Παντελιδάκης). Εκτακτος ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου στο ρόλο του ταξιτζή. Ερμηνεύουν επίσης: Νεφέλη Ορφανού, Ιβάν Σβιτάιλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...